ἄχθομαι

ἄχθομαι
Grammatical information: v.
Meaning: `to be loaded; be vexed, grieved' (Il.).
Other forms: Aor. ἀχθεσθῆναι
Derivatives: ἄχθος n. `burden', metaph. `burden, load' (Il.); relation to ἄχθομαι unclear, s. Schwyzer 723. ἀχθεινός `burdensome' (E.). ἀχθίζω `load' (Babr.). ἀχθηδών, -όνος f. `weight, burden' (A.); cf. ἀλγηδών.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: If one separates the θ as a suffix (cf. βρίθω : βρῖθος : βριαρός; πλήθω : πλῆθος : πίμπλημι), remains ἀχ-, ἀκ- or ἀγ- . One connects this with ἄγω as `carry on', with ἄχ-θος `load'. Not very convincing. One compares also ὀχθέω. Not to ἄχομαι, ἄχνυμαι `be sad', which does not explain the concrete meaning.
Page in Frisk: 1,200-201

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άχθομαι — ἄχθομαι (Α) 1. έχω επάνω μου βάρος, είμαι φορτωμένος 2. στενοχωριέμαι, υποφέρω 3. αγανακτώ, οργίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Τα άχθομαι και άχθος, η μεταξύ των οποίων σχέση είναι ασαφής, αποτελούν ομηρικές ήδη λέξεις αβέβαιης ετυμολ. Αρχικώς η λ. σήμαινε… …   Dictionary of Greek

  • .άχθομαι — ἄχθομαι , ἄχθομαι to be loaded pres ind mp 1st sg ἔχθομαι , ἔχθω hate pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄχθομαι — to be loaded pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθομένω — ἄχθομαι to be loaded pres part mp masc/neut nom/voc/acc dual ἄχθομαι to be loaded pres part mp masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθομένων — ἄχθομαι to be loaded pres part mp fem gen pl ἄχθομαι to be loaded pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθόμενον — ἄχθομαι to be loaded pres part mp masc acc sg ἄχθομαι to be loaded pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄχθομ' — ἄχθομαι , ἄχθομαι to be loaded pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄχθῃ — ἄχθομαι to be loaded pres subj mp 2nd sg ἄχθομαι to be loaded pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεσομένους — ἄχθομαι to be loaded fut part mid masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεσόμενος — ἄχθομαι to be loaded fut part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθομένη — ἄχθομαι to be loaded pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.